.jpg)
Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν ένα ποταμάκι.
Το ποταμάκι χώριζε την πόλη από την εξοχή.
Στην εξοχή έμενε αυτός και του άρεσε η νύχτα,
με το φεγγάρι να μεγαλώνει και να χάνεται,
φωτίζοντας με την γαλακτερή ασημένια του λάμψη
τα καταπράσινα λιβάδια.
Στην πόλη, ανάμεσα στα μεγάλα σπίτια
που΄χαν παράθυρα σαν μάτια και τα έβλεπαν όλα,
έμενε αυτή και της άρεσε η μέρα,
ο ήλιος ο λαμπερός.
Δεν ξέρουμε ακριβώς ποιος πότε και γιατί
τους απαγόρεψε να συναντιόνται.
Ούτε και αυτοί καλά καλά το γνώριζαν-
αν και είχαν κάποιες υποψίες…
Το μόνο που ήξεραν ήταν ότι
ήταν καταδικασμένοι να ζούνε χώρια:
αυτός στην εξοχή, αυτή στην πόλη,
αυτός την νύχτα, αυτή την μέρα.
Τηρούσαν την καταδίκη τους απαρέγκλιτα.
Αλλά δυο μέρες το χρόνο, μέρες εξαιρετικές,
την εαρινή και φθινοπωρινή ισημερία,
την ώρα που έσμιγε η νύχτα με την μέρα,
έσμιγαν και αυτοί κρυφά τα χέρια τους
στην υδάτινη ουδέτερη ζώνη που τους χώριζε.
Δηλαδή στο ποταμάκι.
Ώσπου μια μέρα, δεν ξέρουμε ακριβώς ποιος πότε και γιατί,
τους σφύριξε στο αυτί ότι η απαγόρευση είχε αρθεί.
Έσπευσαν τότε, κατακαλόκαιρο,
ντάλα μεσημέρι και ξανασυναντήθηκαν
εκεί στο ποταμάκι, ελεύθεροι πλέον.
Ήταν η τελευταία φορά.
(Ευχαριστώ τον Βασίλη Πεσμαζόγλου που, για τις ανάγκες της έκθεσης,
μετέτρεψε την εικόνα μου σε λόγο.)